Πες μου ότι είναι ψέματα!!!!!


Ήταν ένα υπέροχο χειμωνιάτικο σούρουπο στο Blackwitch με τα σύννεφα να κινούνται σε ιλιγγιώδη ταχύτητα το ένα ενάντια στο άλλο. Σφαιρικοί σχηματισμοί σε φαραωνικά μεγέθη αλληλοσπαράζονταν - προς το παρόν μέσα σε μια υπερβολικά ύποπτη σιωπή. Άλλα πάλι σύννεφα, προσποιούμενα τα σφιγμένα μπράτσα καλογυμνασμένων παλαιστών, ξεκινούσαν καβγάδες εκεί που έδυε ο ήλιος με μαβιές, βαθυκόκκινες και τιρκουάζ μελανιές. Η μάχη των γιγάντων του ουρανού φαινόταν να συνεχιζόταν μέρες τώρα, χωρίς νικητές και ηττημένους, άλλωστε στο τέλος θα νικούσε η περιστροφή του άξονα της γης, που θα έφερνε την άνοιξη και τον ήλιο, αήττητη από κάθε βαρυσυννεφιά. Ο άνεμος είχε σκουπίσει τους λιθόστρωτους δρόμους και τώρα αναλάμβανε να στεγνώσει και την λάσπη που κάλυπτε σχεδόν τα πάντα, για να την κάνει σκόνη, ουσία ανέμελη και άφοβη στη βαρύτητα. Στην γωνία ενός δρόμου, στο χάνι Vampire Weekend, όπου συγκεντρώνονταν οι νέοι της πόλης, η Kalouda Saginidou περίμενε ανυπόμονα τους φίλους της. Εκείνοι μπήκαν βιαστικά και ενθουσιασμένοι μέσα στο καπηλειό και στάθηκαν απέναντί της. Έμοιαζαν τρομερά με προφήτες. Δεν είχαν το ίδιο ύψος, ούτε την ίδια σωματική διάπλαση, αλλά στη φωνή και τη ματιά τους εκείνο το απόγευμα υπήρχε για πρώτη φορά κάτι το ολοκληρωτικά και εξωφρενικά μοντέρνο. Απέναντι, τα ξανθά μαλλιά της Kaloudas πλαισίωναν το χλωμό της πρόσωπο. Τα περίεργα μάτια της σταματούσαν πότε στον Pavlos Juha και πότε στον Antony. Άκουγε και δεν πίστευε. Είχαν έρθει για να της μιλήσουν για την ύλη, τη μάζα, την κίνηση και τη δύναμη. Κι εκεί που ο Paul εξηγούσε την έννοια της αδράνειας και τι είναι ο δυναμικός νόμος, ο Antony ξεστόμισε την πιο φρικτή λέξη. ΒΑΡΥΤΗΤΑ. Η Kalouda όση ώρα άκουγε όλα αυτά φαινόταν να βρίσκεται σε λήθαργο, μόλις όμως άκουσε την λέξη βαρύτητα άρχισε να βγάζει μακρόσυρτα, άναρθρα ουρλιαχτά. Οι σχεδόν ζωώδης, ακατανόητες κραυγές της φανέρωναν πως η κατάστασή της ήταν εκτός ελέγχου. Ο εφιάλτης που στοίχειωνε τις νύχτες της και που θα την μετέτρεπε σε σκέτη κινούμενη ύλη υπήρχε ολοζώντανος. Σε μια νέα κρίση λυγμών έμοιαζε να μη βρίσκει την έξοδο, αλλά ταυτόχρονα και να μην την αναζητά. Τελικά, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω στο σκοτάδι, που μόλις είχε πέσει, ουρλιάζοντας “συμφοραααά, συμφοραααά”. Στην φωνή της τώρα δεν υπήρχε παρά μόνο ο απόηχος μιας πολύ μακρινής θλίψης για τον θάνατο του μεταφυσικού Τίποτα, που είχε παραδόξως πεθάνει πριν λίγο. Με έναν σπαρακτικό θρήνο θα περιέφερε το βασανισμένο και ρημαγμένο από την βαρύτητα σώμα της για πολλά χρόνια ακόμα στους σκεπασμένους από σύννεφα δρόμους του Blackwitch.

Δεν υπάρχουν σχόλια: